Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόωρη εμμηνόπαυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόωρη εμμηνόπαυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Ένα σύγχρονο μεταβολικό νόσημα, Οστεοπόρωση





Ένα σύγχρονο μεταβολικό νόσημα, Οστεοπόρωση.
Η οστεοπόρωση είναι ένα μεταβολικό νόσημα, κατά το οποίο μειώνεται η πυκνότητα και η μικροαρχιτεκτονική των οστών, άρα και η μηχανική αντοχή τους, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος. Με την πάροδο των δεκαετιών και την παράλληλη αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, έχει αυξηθεί και η συχνότητα της νόσου.
Η πορεία της νόσου μπορεί να χαρακτηριστεί ύπουλη καθώς δεν εμφανίζει συμπτώματα μέχρι την δημιουργία κατάγματος. Τα σοβαρότερα οστεοπορωτικά κατάγματα είναι αυτά της κεφαλής και του αυχένα του μηριαίου οστού. Στους τρεις πρώτους μήνες από το κάταγμα οι επιπλοκές εμφανίζονται σε ποσοστό 40% και η θνησιμότητα εξ' αυτών ανέρχεται στο 25%. Πέρα από τη νοσηρότητα, το κόστος (κοινωνικό, ψυχολογικό, οικονομικό) του κατάγματος από ενδεχόμενη αναπηρία είναι τρομακτικό.
Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η οστεοπόρωση συγκαταλέγεται στην ομάδα των νοσημάτων στα οποία η πρόληψη είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Η θεραπεία της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο κατάγματος, αλλά είναι απίθανο να επαναφέρει πλήρως την ποιότητα και την δύναμη του οστού.
Δύο είναι οι σημαντικές έννοιες για την κατανόηση της πορείας της οστεοπόρωσης: η μεγαλύτερη πυκνότητα που αποκτά το οστό σε όλη την διάρκεια της ζωής του ατόμου (Μέγιστη Οστική Πυκνότητα) και ο ρυθμός με τον οποίο αυτή χάνεται με την πάροδο της ηλικίας. Η ηλικία που επιτυγχάνεται η Μέγιστη Οστική Πυκνότητα (τότε δηλαδή που το οστό έχει την μεγαλύτερη αντοχή) δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα, αλλά συνήθως τοποθετείται στην τρίτη δεκαετία της ζωής στα περισσότερα άτομα. Όσο πιο μεγάλη είναι η Μέγιστη Οστική Πυκνότητα σε αυτήν την ηλικία, δηλαδή όσο πιο πυκνό και δυνατό είναι το οστό τότε, τόσο περισσότερο δυνατό θα παραμείνει, αναλογικά πάντα, και στην ηλικία των 60 ή 70. Ο ρυθμός απώλειας είναι αυξημένος κυρίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, οπότε και σταματάει η προστατευτική δράση των οιστρογόνων.
Μελέτες σε μονοζυγωτικούς διδύμους έχουν δείξει ότι το ύψος της Μέγιστης Οστικής Πυκνότητας καθορίζεται σε ποσοστό 60-70% γενετικά. Το υπόλοιπο 30-40% καθορίζεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η διατροφή, η άσκηση, συνήθειες, νόσοι και φάρμακα. Η δήλωση του Καθηγητή Charles Dent ότι «η γεροντική οστεοπόρωση είναι μία παιδιατρική νόσος» αντικατοπτρίζει το πόσο σημαντικό είναι να αποκτηθεί η υψηλότερη δυνατή Μέγιστη Οστική Πυκνότητα σε νεαρή ηλικία για την όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση του οστού αργότερα στη ζωή.
Τα άτομα που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν οστεοπόρωση είναι κυρίως γυναίκες με εμμηνόπαυση (φυσική ή μετά από χειρουργείο) πριν την ηλικία των 45 καθώς και άτομα με θυρεοειδοπάθεια, άτομα που υποβάλλονται σε θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή ή ηπαρίνη και γυναίκες με παρατεταμένη απουσία εμμήνου ρύσεως, υποθαλαμικής αιτιολογίας. Αυτά τα άτομα θα πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση του κινδύνου να αναπτύξουν οστεοπόρωση. Η καλύτερη εξέταση που διαθέτουμε είναι η μέτρηση της οστικής πυκνότητας με DEXA. Πρόκειται για απλή και ανώδυνη εξέταση με χαμηλό κόστος και ελάχιστη ακτινολογική επιβάρυνση για το άτομο. Η διάγνωση της οστεοπόρωσης (ή της πρόδρομης της κατάστασης που ονομάζεται οστεοπενία) γίνεται κατόπιν με στατιστική σύγκριση των μετρήσεων του/της ασθενούς με μετρήσεις εκ του γενικού πληθυσμού, ιδίου φύλου, νεαρής (t-score) ή της ιδίας ηλικίας (z-score).
Η πρόληψη της οστεοπόρωσης επικεντρώνεται σε τρεις κυρίως άξονες:
1) Διατροφή. Απαιτείται επαρκής πρόσληψη θερμίδων, ασβεστίου με τα γαλακτομικά προϊόντα και βιταμίνης D. Τα δύο αυτά στοιχεία (ασβέστιο και βιταμίνη D) είναι απαραίτητα για την διατήρηση της σωστής πυκνότητας και δομής του οστού. Συστήνεται επίσης μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ, ενώ δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν η μείωση στην κατανάλωση καφεΐνης και αλατιού βοηθάει ή όχι.
2) Άσκηση. Συστήνεται άσκηση τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα για 30 λεπτά. Το περπάτημα είναι μία άριστη επιλογή άσκησης. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει το είδος της άσκησης να είναι τέτοιο που να προδιαθέτει σε πτώση και κάκωση. Τα οφέλη της άσκησης διαρκούν για όσο χρονικό διάστημα το άτομο ασκείται. Η υπερβολική άσκηση, από την άλλη μεριά, μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή της λειτουργίας του υποθαλάμου και με αυτόν τον τρόπο να αυξήσει τον κίνδυνο εγκατάστασης οστεοπόρωσης.
3) Διακοπή του καπνίσματος. Το κάπνισμα αποδεδειγμένα επιταχύνει την οστική απώλεια και για τον λόγο αυτόν συστήνεται αυστηρά η διακοπή του σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης οστεοπόρωσης.

ΠΡΟΩΡΗ ΩΟΘΗΚΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ (ΠΡΟΩΡΗ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ)





ΠΡΟΩΡΗ ΩΟΘΗΚΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ(ΠΡΟΩΡΗ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ)
Ως πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, κατάσταση που είναι πιο γνωστή σαν πρόωρη εμμηνόπαυση, ορίζεται η ανεπάρκεια των ωοθηκών πριν την ηλικία των 40 ετών. Η συχνότητά της είναι 1 στις 250 γυναίκες στην ηλικία των 35 και 1 στις 100 γυναίκες στην ηλικία των 40. Στην πλήρως ανεπτυγμένη της μορφή εμφανίζεται με απουσία περιόδου και συμπτώματα από την απουσία των ορμονών της γυναίκας που λέγονται οιστρογόνα. Ο όρος ‘ανεπάρκεια’ εννοεί ότι η λειτουργία των ωοθηκών δεν είναι φυσιολογική, αλλά όχι απαραίτητα ότι έχει παύσει εντελώς. Ασθενείς στις οποίες έχει γίνει η διάγνωση της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας μπορούν σποραδικά να παράγουν οιστρογόνα, να έχουν ωορρηξία και σε ένα ποσοστό 5 με 10% ακόμα και να συλλάβουν με φυσικό τρόπο και να γεννήσουν ένα υγιές παιδί.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μία διαταραχή στην περίοδο σε μία γυναίκα που προηγουμένως είχε σταθερό κύκλο είναι συνήθως το πρώτο σημείο. Αργότερα εμφανίζονται τα συμπτώματα της ανεπάρκειας των οιστρογόνων, δηλαδή εξάψεις και διαταραχές ύπνου ενώ στη συνέχεια προστίθενται η ατροφία του κόλπου και η δυσπαρεύνεια (πόνος στην επαφή).
ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Παλιότερα, έπρεπε να υπήρχε απουσία περιόδου για να τεθεί η διάγνωση. Πλέον αυτό δεν είναι απαραίτητο, καθώς όπως αναφέρθηκε ήδη, η έκπτωση της ωοθηκικής λειτουργίας δεν είναι πάντα πλήρης. Σε πολλές περιπτώσεις η διάγνωση αργεί να μπει (καθυστέρηση 5 ετών στο 25% των περιπτώσεων). Επιπρόσθετα, πάνω από το 50% των νέων γυναικών στις ΗΠΑ στις οποίες τελικά μπήκε η διάγνωση της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας αναφέρουν ότι είδαν περισσότερους από 3 γιατρούς πριν γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Για το λόγο αυτό, νέες γυναίκες που αναφέρουν ότι έχασαν την ρυθμικότητα στον κύκλο τους για τρεις (3) ή περισσότερους συνεχόμενους μήνες δικαιούνται κατάλληλη εκτίμηση από την πρώτη κιόλας επίσκεψη. Αυτή η απώλεια της ρυθμικότητας μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι της προοδευτικά αναπτυσσόμενης ωοθηκικής ανεπάρκειας και της σχετιζόμενης έλλειψης των οιστρογόνων. Μετά τη λήψη ενός καλού ιστορικού που θα περιλαμβάνει και στοιχεία από το οικογενειακό αναμνηστικό, καθώς το 10% των περιπτώσεων είναι οικογενείς, θα προχωρήσουμε στην διενέργεια των κατάλληλων εργαστηριακών εξετάσεων:
• Test κυήσεως σε απουσία περιόδου
• Μέτρηση Προλακτίνης στο αίμα, για να αποκλειστεί η υπερπρολακτιναιμία σαν αιτία των συμπτωμάτων
• Μέτρηση των ορμονών του θυρεοειδούς και τέλος
• Μέτρηση της FSH στο αίμα καθώς και της οιστραδιόλης (για να αποκλειστεί μία αυξημένη FSH στη μέση του κύκλου).
Η διάγνωση της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας προκαλεί άγχος στην ασθενή, ειδικά όταν δεν έχει ολοκληρώσει το αναπαραγωγικό της έργο. Επίσης, η έλλειψη των οιστρογόνων καθιστά της ασθενείς αυτές υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη οστεοπόρωσης.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία συνίσταται στην υποκατάσταση των ορμονών που λείπουν, δηλαδή των οιστρογόνων και της προγεστερόνης, σε σχήμα που να μιμείται τον φυσιολογικό κύκλο, μέχρι περίπου την ηλικία των 50 ετών, οπότε αναμενόταν να μπει η ασθενής σε εμμηνόπαυση φυσιολογικά. Με τον τρόπο αυτό, αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα (εξάψεις, αϋπνίες, ατροφία του κόλπου) αλλά και προλαμβάνεται η ανάπτυξη οστεοπόρωσης.
ΣΥΝΟΔΟΙ ΝΟΣΟΙ: Στο 90% των περιπτώσεων, η αιτιολογία της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας είναι άγνωστη. Εντούτοις, έχει παρατηρηθεί ότι η κατάσταση αυτή σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αυτοάνοσων νοσημάτων, όπως και ανεπάρκειας επινεφριδίων. Συσχέτιση, επίσης, έχει βρεθεί και μεταξύ του υποθυρεοειδισμού και της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας. Για το λόγο αυτό, στην διερεύνηση περιλαμβάνεται και έλεγχος θυρεοειδούς.